Η Τρίτη Ηλικία Δεν Περισσεύει

Η Τρίτη Ηλικία Δεν Περισσεύει – Διεκδικούμε Πολλές Πατρίδες

«Για μια κοινωνία όπου τα γηρατειά σημαίνουν αξιοπρέπεια, ορατότητα και δικαιώματα – όχι σιωπηλή εγκατάλειψη»

Η εικόνα της ηλικιωμένης γυναίκας στην «Μπαλάντα του Ναραγιάμα»*, που ανεβαίνει στο βουνό για να πεθάνει προκειμένου να ζήσουν οι νεότεροι, λειτουργεί ως ισχυρό συμβολικό σχήμα για τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες διαχειρίζονται τα γηρατειά. Η παλαιά ιαπωνική πρακτική Ubasute –η «εγκατάλειψη ενός ηλικιωμένου»– μπορεί να μην εφαρμόζεται σήμερα με τόσο ωμό τρόπο, ωστόσο η λογική της φαίνεται να επιβιώνει με πιο «εκλεπτυσμένες» μορφές στις σύγχρονες κοινωνίες. Κάθε μεγάλη κρίση –οικονομική, περιβαλλοντική, υγειονομική– επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα, πόσο πραγματικά αξίζει η ζωή των ηλικιωμένων στα μάτια του συλλογικού μας φαντασιακού;

Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται ο τρόπος με τον οποίο η τρίτη ηλικία κοινωνικά αναπαρίσταται. Τα ηλικιωμένα άτομα αντιμετωπίζονται ως μια ομοιογενής ομάδα, της οποίας τα μέλη παύουν σταδιακά να θεωρούνται παραγωγικά, άρα και «χρήσιμα» για την οικονομία. Η ταύτιση των γηρατειών με τη συνταξιοδότηση, την επιβάρυνση των ασφαλιστικών ταμείων και την αύξηση του κόστους υγείας δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η τρίτη ηλικία παρουσιάζεται ως «βάρος» για τις νεότερες γενιές. Σε αυτό το πλαίσιο, το σύγχρονο Ubasute δεν εκφράζεται με εγκατάλειψη σε βουνοκορφές, αλλά με πιο ήπιες, αν και εξίσου βίαιες, μορφές κοινωνικού αποκλεισμού.

Η πανδημία Covid-19 λειτούργησε ως μεγεθυντικός φακός αυτών των τάσεων. Σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη, αναδείχθηκε με δραματικό τρόπο πόσο εύκολα οι ηλικιωμένοι μπορούν να γίνουν «αριθμοί» σε στατιστικούς πίνακες θνησιμότητας. Η συζήτηση γύρω από την προτεραιοποίηση στην πρόσβαση στις ΜΕΘ, η έμμεση αποδοχή ότι «οι ηλικιωμένοι έτσι κι αλλιώς είναι πιο κοντά στο τέλος», η κοινωνική τους απομόνωση σε ιδρύματα και δομές μακριά από τις οικογένειές τους, συγκροτούν μια νέα εκδοχή του Ubasute, όχι ως ατομική επιλογή αυτοθυσίας, αλλά ως συλλογική ανοχή σε έναν «σιωπηλό» θάνατο.

Η θεωρητικός Judith Butler έχει θέσει ένα κρίσιμο ερώτημα. << Πότε η ζωή ενός ανθρώπου παύει να θεωρείται άξια πένθους; >> Πότε μια κατηγορία πληθυσμού γλιστρά έξω από τα όρια του «πλήρως ανθρώπινου» και γίνεται μια ζωή που μπορεί να θυσιαστεί χωρίς κοινωνικό σάλο; Στην περίπτωση της τρίτης ηλικίας, φαίνεται ότι οι κυρίαρχες αφηγήσεις νομιμοποιούν έναν τέτοιο διαχωρισμό. Υπάρχουν εκείνοι που «πρέπει» να ζήσουν –οι νέοι, οι παραγωγικοί, οι υγιείς– και εκείνοι που μπορούμε να «αφήσουμε να πεθάνουν» χωρίς ιδιαίτερη ηθική αναστάτωση.

Παράλληλα, οικονομικές αναλύσεις, όπως εκείνες που μιλούν για «έκρηξη των γηρατειών» και για ένα «γκρίζο αιώνα των ηλικιωμένων», ενισχύουν την εικόνα της τρίτης ηλικίας ως απειλής για τη βιωσιμότητα των συστημάτων πρόνοιας. Η γήρανση του πληθυσμού παρουσιάζεται συχνά ως πρόβλημα, λιγότερο ως κατάκτηση του πολιτισμού και της ιατρικής, και περισσότερο ως δημοσιονομικός κίνδυνος. Στο φόντο αυτό, ο ηλικιωμένος δεν εμφανίζεται ως υποκείμενο με ιστορία, εμπειρία και δικαιώματα, αλλά ως «πολυκαιρισμένο σώμα» και «καταναλωτής συντάξεων».

Ο Norbert Elias είχε ήδη επισημάνει τη μοναξιά των θνήσκοντων στις σύγχρονες κοινωνίες. Ποτέ ξανά οι άνθρωποι δεν πέθαιναν τόσο αθόρυβα και τόσο μόνοι. Η πανδημία απλώς έκανε αυτή τη διαπίστωση οδυνηρά ορατή. Οι ηλικιωμένοι, αποκομμένοι από τα οικεία τους πρόσωπα, με περιορισμένες δυνατότητες επικοινωνίας και επαφής, βιώνουν όχι μόνο τη βιολογική ευαλωτότητα, αλλά και τη συναισθηματική εγκατάλειψη. Ο θάνατός τους, συχνά χωρίς τελετουργίες αποχαιρετισμού, ενισχύει την αίσθηση ότι αποτελούν «σώματα που περισσεύουν».

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραματίζει η γλώσσα. Οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στον δημόσιο λόγο –«επιβάρυνση του συστήματος», «κόστος για τα ταμεία», «μη παραγωγικοί ηλικιωμένοι»– φορτίζουν το σώμα της τρίτης ηλικίας με ενοχή, κόπωση, σιωπή. Ο τρόπος που μιλάμε για τους ηλικιωμένους επηρεάζει τον τρόπο που τους βλέπουμε, και τελικά τον τρόπο που διαμορφώνονται οι πολιτικές για αυτούς. Όταν η τρίτη ηλικία περιγράφεται κυρίως ως πρόβλημα, δύσκολα μπορεί να αναγνωριστεί ως ισότιμο υποκείμενο δικαιωμάτων.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη για μια βαθιά πολιτιστική μετατόπιση. Απαιτείται η ανασυγκρότηση της ταυτότητας της τρίτης ηλικίας πέρα από τις βιολογικές και οικονομικές κατηγοριοποιήσεις. Τα πρόσωπα των ηλικιωμένων πρέπει να γίνονται ορατά ως μοναδικές βιογραφίες, ως φορείς εμπειρίας, γνώσης, συναισθημάτων, και όχι ως αφηρημένη κατηγορία «ευάλωτων». Το γήρας δεν είναι ασθένεια. Είναι φάση του βίου που μπορεί –και οφείλει– να βιώνεται ως κορύφωση μιας διαδρομής, και όχι ως προδιάθεση προς κοινωνική εξαφάνιση.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς καλύτερες υπηρεσίες φροντίδας ή περισσότερες κλίνες σε δομές υγείας, όσο αναγκαία κι αν είναι αυτά. Το βαθύτερο ζητούμενο είναι να υπάρξουν «πολλές πατρίδες για την τρίτη ηλικία». Οικογένειες, κοινότητες, πόλεις και θεσμοί που θα χωρούν, θα σέβονται και θα αναδεικνύουν την παρουσία των ηλικιωμένων. Μόνο μέσα από μια τέτοια αλλαγή οπτικής η τρίτη ηλικία θα πάψει να είναι «ξένη» στον ίδιο της τον κόσμο και θα αναγνωριστεί ως αναπόσπαστο, ζωντανό κομμάτι του ανθρώπινου είναι, που είναι πάντοτε εμποτισμένο από τον χρόνο – ευλογημένο ή καταδικασμένο να φέρει τα σημάδια του.

«Μπαλάντα του Ναραγιάμα»* Μάθετε Περισσότερα

Διαβάστε επίσης