Όσο αντέχει η καρδιά των γονιών
Υπάρχουν κάποιες αλήθειες που δεν γράφονται εύκολα με λόγια, γιατί πρώτα έχουν χαραχτεί βαθιά στην καρδιά. Μία από αυτές είναι και η ζωή των γονιών. Αυτών των απλών, σιωπηλών ανθρώπων που περνούν τα χρόνια τους δίνοντας. Δίνοντας χωρίς να ρωτούν, χωρίς να μετρούν, χωρίς να ζητούν αντάλλαγμα. Και αν κάτι τους κρατά ακόμη όρθιους μέσα σε αυτή τη δύσκολη εποχή, δεν είναι ούτε η ξεκούραση ούτε η σιγουριά. Είναι η αγωνία για τα παιδιά τους.
Ζούμε σε καιρούς σκληρούς. Η ακρίβεια μπήκε για τα καλά στα σπίτια, η ανασφάλεια έγινε μόνιμος επισκέπτης, και το αύριο δεν είναι πια υπόσχεση, αλλά ερώτημα. Οι νέοι παλεύουν, μορφώνονται, κουράζονται, ελπίζουν, όμως συχνά βρίσκονται μπροστά σε τοίχους. Δουλειές λίγες, μισθοί μικροί, νοίκια αβάσταχτα, ζωή μετρημένη ως το τελευταίο ευρώ. Και τότε, πίσω από κάθε νέο που δυσκολεύεται να σταθεί μόνος του, στέκει σχεδόν πάντα μια μάνα κι ένας πατέρας. Άλλοτε ήταν νέοι, τώρα πια κουρασμένοι. Άλλοτε δυνατοί, τώρα πια λυγισμένοι από τα χρόνια. Μα πάντοτε εκεί.
Ο γονιός, βλέπετε, δεν παραιτείται ποτέ από το παιδί του. Ακόμη κι όταν ασπρίζουν τα μαλλιά του, ακόμη κι όταν βαραίνουν τα πόδια του, ακόμη κι όταν το σώμα δεν τον υπακούει όπως παλιά, η καρδιά του μένει άγρυπνη. Η μάνα θα σηκωθεί νύχτα να σκεφτεί αν το παιδί της έφαγε, αν στενοχωριέται, αν τα βγάζει πέρα. Ο πατέρας θα καθίσει αμίλητος στην άκρη του τραπεζιού, θα ανοίξει και θα ξανανοίξει το πορτοφόλι του, θα λογαριάσει λογαριασμούς, φάρμακα, ανάγκες, και στο τέλος πάλι θα βάλει πρώτο το παιδί. Ίσως κόψει από τον εαυτό του. Ίσως στερηθεί κάτι που το χρειάζεται. Ίσως πει το γνωστό εγώ είμαι καλά ενώ δεν είναι. Κι αυτό όχι από συνήθεια, αλλά από αγάπη.
Πόσα σπίτια δεν κρατιούνται σήμερα όρθια από μια μικρή σύνταξη παππού ή γιαγιάς; Πόσες οικογένειες δεν επιβιώνουν χάρη σε εκείνους που θα έπρεπε πια να ξεκουράζονται; Υπάρχουν ηλικιωμένοι γονείς που, ενώ το σώμα τους ζητά ανάπαυση, συνεχίζουν να γίνονται στήριγμα. Δίνουν ένα πιάτο φαγητό, έναν λογαριασμό πληρωμένο, λίγα χρήματα κρυμμένα διακριτικά στο χέρι του παιδιού τους, έναν λόγο παρηγοριάς, μια αγκαλιά. Δίνουν ακόμη και την τελευταία τους αντοχή. Και το κάνουν σιωπηλά, σχεδόν ταπεινά, σαν να είναι κάτι αυτονόητο.
Μα δεν είναι αυτονόητο. Είναι μεγαλείο. Είναι εκείνη η μεγάλη, αθέατη θυσία που κρατά ακόμη ζωντανή την ελληνική οικογένεια. Είναι η αγάπη που δεν φωνάζει, αλλά καίει σαν καντήλι μέσα στα σκοτεινά. Και μαζί είναι και μια πίκρα. Γιατί δεν είναι δίκαιο οι γονείς να φτάνουν στα γηρατειά τους και να μην μπορούν να ησυχάσουν. Δεν είναι δίκαιο να φεύγουν από τη ζωή με τον φόβο αν το παιδί τους θα αντέξει, αν θα βρει δουλειά, αν θα πληρώσει το νοίκι, αν θα σταθεί με αξιοπρέπεια.
Αυτό ίσως είναι το πιο βαρύ φορτίο που κουβαλά ο γονιός. Όχι τα δικά του γεράματα. Όχι τις δικές του αρρώστιες. Αλλά η αβεβαιότητα του παιδιού του. Να ξέρει πως όσο εκείνος αναπνέει, θα βοηθά. Μα να τρέμει για την ώρα που δεν θα μπορεί πια. Γιατί η γονεϊκή αγάπη δεν βγαίνει ποτέ στη σύνταξη. Δεν τελειώνει, δεν ξεκουράζεται, δεν αποσύρεται. Συνεχίζει μέχρι το τέλος. Όσο αντέχει η καρδιά.
Κι όμως, όσο συγκλονιστική κι αν είναι αυτή η αγάπη, δεν πρέπει να τη θεωρούμε λύση για όλα. Δεν είναι σωστό μια ολόκληρη κοινωνία να ακουμπά πάνω στις πλάτες των γονιών. Δεν είναι σωστό η πολιτεία να αφήνει την οικογένεια να παλεύει μόνη της εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχουν δικαιοσύνη, στήριξη, εργασία, προοπτική. Οι νέοι δεν ζητούν πολυτέλειες. Ζητούν τα απλά, να μπορούν να ζουν από τον κόπο τους, να ονειρεύονται χωρίς φόβο, να χτίζουν το αύριο τους χωρίς να αισθάνονται βάρος στους γονείς τους.
Μια αληθινά ανθρώπινη κοινωνία οφείλει να χαρίζει στα παιδιά φτερά και στους γονείς γαλήνη. Να δίνει στους νέους τη δυνατότητα να προχωρούν με ασφάλεια και στους γονείς την παρηγοριά πως ο αγώνας τους δεν πήγε χαμένος. Γιατί οι γονείς δεν ζητούν πολλά. Δεν ζητούν πλούτη, ούτε τιμές. Ζητούν μόνο να δουν το παιδί τους καλά. Να το δουν να ζει με αξιοπρέπεια, με σταθερότητα, με ελπίδα.
Και τότε μόνο θα μπορέσει κι εκείνη η κουρασμένη μάνα να ανασάνει βαθιά. Κι εκείνος ο σιωπηλός πατέρας να χαμηλώσει λίγο το βλέμμα του και να πει μέσα του τώρα πια μπορώ να ησυχάσω. Γιατί, όσο αντέχει η καρδιά των γονιών, θα δίνουν. Μα κάποτε πρέπει και η ζωή να τους ανταμείψει, χαρίζοντας τους αυτό που περισσότερο λαχταρούν, να δουν τα παιδιά τους να ζουν αληθινά.
